Άρθρο του ελληνοκεντρικού περιοδικού Ιχώρ για την ελληνική καταγωγή των Αλβανών

Written by Μάριος Δημόπουλος
Share

Παρουσιάζω άρθρο από το ελληνοκεντρικό περιοδικό «Ιχώρ», εκδότης του οποίου είναι ο γνωστός αρχαιολόγος Ευάγγελος Μπεξής. Το άρθρο ονομάζεται «Οι πρωτοελληνικές ρίζες των Αλβανών» και έχει την υπογραφή του γνωστού μεσαιωνοδίφη ερευνητή Βασίλη Μισύρη. Παρουσιάζω το άρθρο αυτό ως απάντηση σε κάποιους ελληνοχριστιανούς εθνικισταράδες ή ακόμα και αρχαιοελληνιστές που επιτίθενται στη σελίδα μου, υποστηρίζοντας ότι κάνω φιλοαλβανική προπαγάνδα. Οι βδελυροί αυτοί συκοφάντες φτάνουν στο σημείο της γελοιότητας να λένε ότι είμαι Αλβανός. Εδώ, όπως βλέπουμε, το αρχαιοελληνοκεντρικό περιοδικό Ιχώρ αποδεικνύει την ασχετοσύνη τους και την ελαφρότητα του μυαλού τους. Να υποθέσω ότι και ο Βασίλης Μισύρης ήταν Αλβανός, αφού δεν γράφει τις γελοιότητες περί Καυκασίων Αλβανών, αλλά θεωρεί ότι οι Αλβανοί είναι ένα πρωτοελληνικό φύλο. Οι Θεοί των Ελλήνων ας συγχωρέσουν τις ψυχές τους…Όχι, όχι, πολύ χριστιανικό μου ακούγεται αυτό!!! Ας τους ρίξει ο Πελασγικός Ζευς ένα αστροπελέκι να τους εξολοθρεύσει, να καθαρίσει το «ελληνικόν χώμα» από τον κόπρο του Αυγεία της νεοελληνικής κοινωνίας (φαρσοκωμωδίας). Σημειωτέον, ότι για πολλά χρόνια ήμουν τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Ιχώρ.

Δείτε το εξώφυλλο του εν λόγω τεύχους του Ιχώρ (τεύχος 40, Δεκέμβριος 2003):

                                                       

Παραθέτω το κείμενο του Βασίλη Μισύρη:

 

Γύρω από την καταγωγή της γλώσσας και του έθνους των Αλβανών έχει γίνει πάρα πολύς λόγος. Είναι περίεργο το γεγονός ότι και σήμερα ακόμη που η επιστήμη της εθνολογίας και της γλωσσολογίας βρίσκεται σε αρκετά υψηλά επίπεδα, οι σοφοί της παγκόσμιας κοινότητας δεν έχουν καταλήξει σε κανένα συμπέρασμα σχετικά με την καταγωγή αυτού του λαού. Για το ζήτημα αυτό, τρεις είναι οι παλαιές απόψεις των βυζαντινών χρονογράφων και άλλες τόσες των σύγχρονων επιστημόνων.

Οι Βυζαντινοί, κατά τον Χαλκοκονδύλη, θεωρούσαν τους Αλβανούς ως απογόνους των ΙλλυριώνΟ ίδιος ο Χαλκοκονδύλης, αποκρούοντας αυτή την άποψη, κατατάσσει τους Αλβανούς στον μακεδονικό κορμό του ελληνικού έθνους.

Μια άλλη μερίδα των βυζαντινών χρονογράφων θεωρεί ότι οι Αλβανοί προέρχονται από ένα ακρωτήριο της Ιταλίας, την Ιαπυγία. «Είτε μεν ουν από Ιαπυγίας ως ένιοι φασίν ες Επίδαμνον διαβάντες οι Αλβανοί επί την χώραν ην υπήγάγοντο το σφίσιν, άλλος άλλη αφίκοντο είτε αυτού περί Επίδαμνον την αρχήν Ιλλυριών». (Χαλκοκονδύλης, Βιβλ. Α’, σελ. 26).

Ο Στράβων στο Ζ’ βιβλίο του γράφει περί Ιαπυδών: «Ίδρυνται γαρ οι Ιάπυδες επί τω Αλβίω όρει, τελευταίω των Αλπέων όντι υψηλώ σφόδρα…Ο δ’ οπλισμός Κελτικός, κατάστικτος δ’ ομοίως τοις άλλοις Ιλλυριοίς και Θραξί». Δηλαδή οι Ιάπυδες ήταν Ιλλυριοί, οι οποίοι έφθασαν στην Επίδαμνο (Δυρράχιο), για να εγκατασταθούν εκεί που βρίσκονται.

Κατά την πρώτη λοιπόν και τη δεύτερη υπόθεση των Βυζαντινών, οι Αλβανοί είναι αυτόχθονες, ενώ κατά την Τρίτη, άποικοι.

Και για τους νεώτερους επιστήμονες όμως ισχύει το ίδιο. Άλλος θεωρεί τους Αλβανούς ιλλυρική φυλή, άλλος πελασγικό φύλο και τέλος μία άλλη μερίδα ιστορικών πιστεύει ότι πρόκειται για μια ασιατική φυλή που εγκαταστάθηκε αρχικά στον Καύκασο και από εκεί μετανάστευσε στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στη σημερινή Αλβανία. [Παρέμβαση Μάριου Δημόπουλου: Όπως έχω δείξει σε αυτή την ιστοσελίδα κανείς σοβαρός σύγχρονος Έλληνας ή ξένος επιστήμονας υποστηρίζει ότι οι Αλβανοί ήρθαν από τον Καύκασο. Μόνο κάποιοι ελάχιστοι ξένοι ιστορικοί του 17ου αιώνα, σε εποχή δηλαδή που δεν υπήρχε επιστήμη εθνολογίας, και φυσικά αυτή η άποψη έχει εγκαταλειφθεί εδώ και αιώνες και κανένας δεν την υποστηρίζει με εξαίρεση κάποιους Σέρβους του διαδικτύου]. Δηλαδή, όπως και στους Βυζαντινούς, έτσι και στη σύγχρονη εποχή, οι γνώμες των ειδικών είναι χωρισμένες στα δύο: Σε αυτούς που λένε ότι πρόκειται για λαό αυτόχθονα και στους άλλους που ισχυρίζονται ότι είναι άποικοι.

Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα, είναι πλήρως αποδεδειγμένο ότι οι Αλβανοί βρίσκονται εκεί που βρίσκονται από τα προϊστορικά χρόνια και παρά τις διώξεις και τις καταστροφές που υπέστησαν, παρέμειναν ζωντανοί και παρόντες στο εθνολογικό βιβλίο της Ευρώπης.

Είναι στα αλήθεια περίεργος αυτός ο λαός, ο οποίος, αν και χωρίς συνοχή (διάγων βίον κατά φυλάς και κατά νομάδας), ως κοινωνία διατηρεί ακόμη, μετά από τόσους αιώνες και τόσες αλλεπάλληλες υποδουλώσεις στους Βούλγαρους, στους Σέρβους, στους Ιταλούς και τους Νορμανδούς, διατηρεί, επαναλαμβάνουμε, την ιλλυρική του ταυτότητα, τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμά του, αλλά και την θρυλική ανεξαρτησία του. Και παρά το γεγονός ότι παρέμειναν σχεδόν απαίδευτοι, διατήρησαν ακέραιο τον μάχιμο χαρακτήρα τους, όπως επίσης και τη διαβόητη «μπέσα» τους (τον λόγο της τιμής τους).

Ένα μεγάλο μέρος των Αλβανών, θέλοντας να γλυτώσει από την πείνα και τη δουλεία του τουρκικού ζυγού, μετανάστευσε πριν από τέσσερις αιώνες στην Ιταλία και την Ελλάδα. Αυτοί, δεχόμενοι την ανάλογη παιδεία και πολιτισμό, ανέδειξαν λόγιους σημαντικούς, όπως ο Μανήλιος Ράλλης, ο Ιωάννης Λάσκαρης, ο Ιάκωβος Διασωρινός, ο Μανώλης Μπλέσσης κ.α. Και βέβαια το σημερινό έθνος των Αλβανών μπορεί να καυχηθεί ότι εισέρχεται ολοταχώς στη θέση των πολιτισμένων εθνών.

Μετά από αυτή τη μικρή εισαγωγή, προκειμένου να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας, θα εξετάσουμε με προσοχή τις διάφορες απόψεις των ιστορικών σχετικά με τη γλώσσα και τη ρίζα του έθνους των Αλβανών. Πέρα και πάνω απ’ όλους όμως αρμοδιώτεροι να μιλήσουν για τις ρίζες της γλώσσας και του γένους τους είναι οι ίδιοι οι Αλβανοί.

α) «Από πολλού ήδη χρόνου η Πελασγική φυλή, η άλλοτε εκπολιτίσασα την Ανατολή, καταμερίζεται και έκαστος αυτής κλάδος χαίρει κατ’ ίδίαν, φρονών ότι κτάται ιδίαν εθνικήν ύπαρξιν, ενώ πράγματι ο καταμερισμός ούτος συντελεί προς την εξασθένησιν εκάστου αυτών και προς επικράτησιν άλλων φύλων. Άλλοτε το όργανο του καταμερισμού τούτου υπήρξε η θρησκεία. Οι μάχιμοι Μυρδίται, οι ατρόμητοι Τόσκοι, ελησμόνησαν ότι είναι τέκνα μιας και της αυτής μητρός, μετά των λοιπών Πελασγών άμα μεταβάλοντες θρήσκευμα. Οι Βρυώναι ελησμόνησαν ότι η ρίζα του γένους αυτών υπήρξεν αυτοκρατορικός οίκος του Βυζαντίου, και οι Βέηδες των Τυρράνων ότι ρέει εις τας φλέβας αυτών αίμα του Καστριώτου. Η διαίρεσις ημών Αλβανών και Ελλήνων διευκολύνει το κράτος άλλων. Μίαν ημέραν εξυπνήσαντες, θα ίδωμεν αίφνης ότι απωλέσθημεν, νομίσαντες ότι αναγεννώμεθα» («Σκέψεις ενός Αλβανού», εφημ. Νεολόγος, αριθ. Φ. 617, 1870).

«Ποτέ οι Αλβανοί να μην πολεμήσητε κατά της Ελλάδος. Αν θελήση ο Σουλτάνος, ας πολεμήση. Αν έλθη στρατός Ελληνικός εις τα μέρη μας, εσείς να προσκυνήσητε και να μείνετε με τους Έλληνας. Αν σας δώση ο Σουλτάνος όπλα και πολεμοφόδια διά να πολεμήσετε κατά των Ελλήνων, να μην το δεχθήτε, διότι θα πάθετε ό, τι έπαθαν οι Βοσνίοι με την Αυστρίαν. Θα σκοτωθήτε, θα σκλαβωθούν τα γυναικόπαιδά σας και θα δημευθή η περιουσία σας. Οι Έλληνες έχουν καλούς νόμους και να μείνετε με αυτούς. Ελπίζω δε να ζήσητε. Αν όμως θέλητε να μεταβήτε εις Τουρκικό Βασίλειον, πωλήσατε τα υπάρχοντά σας όλα και απέλθετε εις Κωνσταντινούπολιν. Την ευχήν μου να έχετε όλοι, να μην πολεμήσητε κατά των Ελλήνων» (απόσπασμα της Διαθήκης του Αβδούλμπεη Σελίμη εκ Δελβίνου, «Αλβανικές Μελέτες», Θ. Ι. Πασχίδης, σελ. 8).

Ο ρωμαιοκαθολικός ιερέας και βιογράφος του Γεώργιου Καστριώτη, Μαρίνος Βαρλέτας, Αλβανός και Γκέκας το γένος από την Σκόδρα, ανάγει την καταγωγή των Αλβανών στους Μακεδόνες. Επηρεασμένος προφανώς από το λαϊκό προσωνύμιο του ήρωα του Σκερδέμπεη (Ισκεντέρμπεης = Μ. Αλέξανδρος), κατανάλωσε το μελάνι του σε μυθοπλασίες, και γι’ αυτό κατέστη αναξιόπιστος.

Ένας άλλος λόγιος, δημοσιεύοντας τις απόψεις του στην εφημερίδα «Νεολόγος» (αριθ. φ. 2916) μεταξύ άλλων γράφει τα εξής: «Ουδείς των κατοίκων της Αλβανίας ηνέχθη ποτέ, ουδ’ ανεχθήσεται ίν’ απαρνηθή την καταγωγήν αυτού την προγονική, την εκ των Πελασγών, και να ευρεθή γεγυμνωμένος ως ξένος των εθνικών αυτού παραδόσεων, εφ’ αις σεμνύνεται, αναλογιζόμενος ότι προπάτορα έχει τον Ηρακλή, τον Αχιλλέα, τον Πύρρο, τον Αλέξανδρο, τον Αντίπατρο και άλλους. Ουδείς δύναται ν’ αρνηθή παρ’ ημίν την εαυτού καταγωγήν εκ των εκ Κερκύρας και Κορίνθου αποικισάντων Φαιάκων και Κορινθίων και τας παρά την Αδριατικήν συστησάντων και κατοικησάντων πόλεις Επίδαμνον (Δυρράχιον), Απολλωνία, ανθούσα εις τα γράμματα και εν ταις σχολαίς αυτής, επί σπουδή και εκμαθήσει της Ελληνικής γλώσσης, φιλοξενήσασαν τον Οκτώβριον Καίσαραν, την Βουλίδα και τον Ώρικον και τας άλλας πάσας πόλεις και χώρας ταύτης, εν αις κατοικούσιν οι Ύελοι, απόγονοι του Ηρακλέους και των Αργοναυτών».

Ελέγχοντας αυτές τις γνώμες, αυτά τα «πιστεύω» των Αλβανών, διαπιστώνουμε ότι έχουμε μπροστά μας έναν όμορφο γείτονα λαό, ο οποίος φωνάζει: «Είμαστε απόγονοι Πελασγών, έχουμε το ίδιο αίμα, θέλουμε να ζούμε μαζί σας ειρηνικά». Και εμείς λέμε όχι! Λέμε ότι είναι Μογγόλοι, Ασιάτες, Καυκάσιοι. [Παρέμβαση Μάριου Δημόπουλου: Αυτά οι Αλβανοί τα παραδεχόντουσαν πριν τη δημιουργία του Αλβανικού κράτους. Μετά από 100 χρόνια αλβανικής εθνοκρατικής προπαγάνδας τώρα οι Αλβανοί ισχυρίζονται ότι είναι κάτι ξεχωριστό με τους Έλληνες, Ιλλυριοί, και κάποιοι λίγοι μιλούν για κάποια κοινή απώτερη καταγωγή με τους Έλληνες, αλλά πάντα ως ξεχωριστή εθνότητα από αυτή των Ελλήνων. Βέβαια σε αυτό έχουν φροντίσει και οι Ελληναράδες που από το πρωί ώς το βράδυ φωνάζουν ότι οι Αλβανοί δεν έχουν φυλετική σχέση με τους Έλληνες, αλλά ότι φυλετική σχέση με τους Έλληνες έχουν οι Ινδιάνοι Αραουκανοί , οι Αϊνού της Ασίας ή οι Μάο Μάο της Αφρικής!!! Να γελάσει ή να κλάψει κανείς;].

β) Οι πρώτες σημειώσεις γύρω από τον εθνικό χαρακτήρα και την πολιτική σημασία των Αλβανών γράφονται κατά τον 14ο και 15ο αιώνα από τους βυζαντινούς Νικηφόρο Γρηγορά, Ιωάννη Καντακουζηνό και Νικόλαο Χαλκοκονδύλη.

Και σε αυτούς τους χρονικογράφους παρατηρείται διαφορά απόψεων. Διότι οι περισσότεροι από αυτούς τους συγγραφείς δεν έσκυψαν με εμβρίθεια πάνω σε αυτό το ζήτημα και έτσι επιπόλαια έδωσαν στους Αλβανούς διάφορες ονομασίες, όπως Αρβανίτες, Αλβανοί, Ιλλυριοί, Τριβαλλοί, Σκύθες, Μοισσοί, Κροάτες, Πολάνιοι (Πολωνοί) και το σπουδαιότερο, ταύτισαν τη γλώσσα αυτών των απίθανων λαών με αυτήν των Αλβανών. «Ούτω δη κανταύθα τους τε Τριβαλλούς και Μοισσούς και Ιλλυριούς και Κροατίους και Πολανίους και Σαρμάτας την αυτήν επίσταμαι ιέντας φωνήν. Ειδέοι ταύτη τεκμαιρόμενον λέγειν, είη αν τούτο το γένος τ’ αυτό τε και εν και ομόφυλον εαυτώ» (Χαλκοκονδύλης, Βιβλ. Α’, σελ. 35, εκδ. Βόννης).

Παρά το ότι ο Χαλκοκονδύλης καταγράφει τις απόψεις του Γρηγορά και του Καντακουζηνού, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι οι Αλβανοί δεν είναι Ιλλυριοί, αλλά Μακεδόνες. «Αλβανούς γαρ έγωγε μάλλον τε τοις Μακεδόσι προστίθεσθαι αν λέγοιμι ή άλλω τινί των κατά την οικουμένην εθνών. Ουδενί τε γαρ συμφέροντα ότι μη των Μακεδόνων γένη» (Χαλκοκονδύλης, Βιβλ. Β’, σελ. 532). «Αρχήν δ’ εγώ ουδέ προσίεμαι τον λόγον πως είησαν Ιλλυριών γένος οι Αλβανοί» (Χαλκοκονδύλης, Βιβλ. Α’, σελ. 26).

Αυτή είναι η πρώτη και η τελευταία άποψη περί Αλβανών που μας άφησε το θνήσκον Βυζάντιο.

γ) Περί το 1770 ο Θεόδωρος Καβαλιώτης εξέδωσε στη Βενετία έναν πίνακα από 1.200 αλβανικές λέξεις. Σε αυτόν τον πίνακα βασίστηκε μετά από τέσσερα χρόνια ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Λειψίας Thunmanστις έρευνές του «Περί της ιστορίας των Ανατολικών Ευρωπαϊκών Εθνών»¨(“UntersuchungenuberdieGeschictederostlicheneuropaischenVolker”, Leipzig 1774). Ο Thunmanυποστηρίζει ότι πρόκειται για πανάρχαιο έθνος (το αλβανικό έθνος), γειτονικό και παράλληλο προς τους αρχαίους Έλληνες, προερχόμενο απ’ ευθείας από τους Ιλλυριούς του Γεντίου, της Τεύτας (Βασίλισσας των Ιλλυριών) και του Πύρρου. [Παρέμβαση Μάριου Δημόπουλου: Προς αποφυγήν παρεξηγήσεως, ο Πύρρος δεν ήταν Ιλλυριός, αλλά Δωριεύς Ηπειρώτης. Σωστό είναι ότι μέρος των Αλβανών κατάγονται από τον Πύρρο, υπό την έννοια ότι οι νότιοι Αλβανοί κατάγονται από τους Έλληνες της Ηπείρου].

Απ’ όλους τους Γερμανούς ιστορικούς και εθνολόγους, ο Thunmanείναι ο μοναδικός ερευνητής, ο οποίος συμβουλεύεται την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, καθώς και τη Βυζαντινή. Ορθώς λοιπόν παρατηρεί ότι πέραν της ολοφάνερης πελασγικής καταγωγής της αλβανικής γλώσσας, οι Αλβανοί είναι ένας πανάρχαιος λαός, «αφού από της καθόδου των Ηρακλειδών ουδαμού προς το ελάχιστο ίχνος όψιαι τέρας μεταναστάσεως ανευρίσκεται», να κινείται προς τη χώρα της σημερινής Αλβανίας.

δ) Τη γερμανική άποψη περί της αρχαίας ιλλυρικής καταγωγής των Αλβανών υποστήριξε ο Ιταλός AngeloMasciμε το δοκίμιό του «Περί της καταγωγής των ηθών και της ενεργείας του αλβανικού έθνους», στο οποίο αναφέρει ότι «η γλώσσα των νεωτέρων Αλβανών ομοιάζει καταπληκτικά με την παλαιότερη γλώσσα των αρχαίων Ιλλυριών, έχουσα ισχυράς ελληνικάς ρίζας». Ο MalteBrunστο 118ο βιβλίο της «Παγκόσμιας Ιστορίας» του σημειώνει: «Οι Αλβανοί πιθανώς αποτελούν φύλο των αρχαίων Ιλλυριών…Αποδεικνύεται δε εκ της γλώσσης των Αλβανών ότι κατοικούσαν στην Ευρώπη από μακρού χρόνου, τόσο, όσο και οι Έλληνες και οι Κελτοί…Πιθανώς οι Ιλλυρικές φάρες κατοικούσαν στα όρη τους πριν από τους ιστορικούς χρόνους» (Malte, σελ. 9). «Τοις Άλπεσιν ας διατένουσι μέχρι των Ιαπόδων Κελτικού τε άμα και Ιλλυρικού Έθνους» (Στράβων Ζ’, 5).

ε) Τις ίδιες απόψεις εκφράζει και ο Άγγλος W.M. Leake, ο Γερμανός vonArndt, ενώ ο Γάλλος Paganelσημειώνει τα εξής: «Αι αρχαίαι κατά το Δυρράχιον και την  Απολλωνίαν ελληνικαί αποικίαι…είχον ίδιον πολιτισμόν, οι Σκύπαι, αποχωρήσαντες εις τα όρη, ετήρησαν ίδιον εθνισμόν…Άλλωστε, καίτοι αναγνωριζομένης ως ιδιαιτέρας της Αλβανικής φυλής, ομολογουμένη όμως είναι η μετά των Ελλήνων μεγίστη συγγένεια. Και είναι πρόδηλον ότι οι Έλληνες τε και Αλβανοί θέλουσι ποτέ αποτελέση έναν και τον αυτόν λαόν» («Εισαγωγή στην Ιστορία Γεωργίου Καστριώτου του Σκενδέρβεη κατά Παγανέλην», υπό Ν. Δραγούμη, Αθήνα 1861).

 

                                                      Η ΑΝΤΙΡΡΗΣΗ

Και ενώ σύμπασα η διεθνής πνευματική κοινότητα υποστηρίζει το αυτόχθονο των σημερινών Αλβανών, δύο εκκλησιαστικοί ιστορικοί, ο LeQuienκαι ο Assemani, εισάγουν μια καινούργια θεωρία, κατά την οποία οι Αλβανοί προέρχονται από τα βάθη της Ασίας, απ’ όπου μετώκησαν στον Καύκασο και από εκεί, μαζί με τους συγγενείς τους Βουλγάρους, εγκαταστάθηκαν στα Βαλκάνια.

Από τους νέους Αλβανολόγους, μόνον ο Μάγιος Παταβίνος μαζί με τον Φαλμεράυερ και Πουκεβίλ αποδέχθηκαν τη θεωρία. Ο Μάγιος αποδίδει στους Αλβανούς ασιατική καταγωγή και τους ονομάζει «τέκνα Καυκάσου», στηριζόμενος στην ομοιότητα διαφόρων τοπωνυμιών ένθεν κακείθεν, ενώ ο Πουκεβίλ δεν προσέφερε κανένα στοιχείο προς υποστήριξη αυτής της θεωρίας. Σε ό, τι αφορά τον Φαλμεράυερ, η θεωρία του απορρίπτεται από πλευράς μας ασυζητητί, διότι στο ζήτημα των Αλβανών ακολουθεί την ίδια αιματολογική μέθοδο με αυτήν που ακολούθησε στο ζήτημα των Σλάβων.

Αν και από τους ιστορικούς έχει απορριφθεί διαρρήδην κάθε μετανάστευση λαού προς την Αλβανία, εν τούτοις προκαλεί εντύπωση η ύπαρξη κοινών εθνικών τοπωνυμιών μεταξύ της Αλβανίας των Βαλκανίων και ενός τόπου του Καυκάσου, που και αυτός από τους παλαιούς ονομάζεται Αλβανία. Για παράδειγμα, στην Καυκάσια Αλβανία υπάρχουν τα Κεραύνεια όρη, η Αλβανόπολις, ο ποταμός Αλβανός, η πόλις Άρβανα και οι Τούσκοι, ενώ ακριβώς τα ίδια ονόματα τα συναντάμε και στην Ιλλυρική του Ιονίου. Ακόμη πιο περίεργο, που ίσως αυτό να αποτελεί τον «μίτο της Αριάδνης», είναι το γεγονός ότι αυτά τα τοπωνύμια μνημονεύονται από τους παλαιούς συγγραφείς και αφορούν αποκλειστικά και μόνον τη σημερινή Αλβανία:

α) «Και τα Κεραύνεια όρη, η αρχή του στόματος του Ιονίου κόλπου» (Στράβωβ Ζ’, 5). «Ο δε εις την περαίαν εκ του Βρεντεσίου πλους εστίν, ο μεν επί τα Κεραύνεια όρη και την εξής παραλίαν της τε Ηπείρου και της Ελλάδος» (Στράβων Γ’, 8).

β) «Πόλεις δε εισίν εν τη Μακεδονία Μεσόγειοι…Ορεστίδος Αμαντία, Αλβανών Αλβανόπολις…». «Πόλεις δε εισίν εν τη Μακεδονία μεσόγειοι αίδε. Άρνισα, Αμαντία, Αλβανόπολις» (Πτολεμαίος, Γεωγραφία”, Βιβλ. Γ’, κεφ. 17).

γ) «Αλβανία πόλις Αλβανού ποταμού εκβολαί» (Πτολεμαίος, “Γεωγραφία”, Βιβλ. Γ’. κεφ. 5, 12).

δ) «Των δε γε επίλοιπον πάσαν πόλιν εξ Αρβανών ορμωμένω, Κομισκόρτη, ανέθετο». «Αυτού βαλλόμενοι απανταχόθεν παρά τε των καλουμένων Αρβανιτών» (Άννα Κομνηνή, σελ. 98-132).

ε) «Των Μαιωτών δ’ εισίν…Δόσκοι [Τόσκοι] άλλοι πλείους» (Στράβων ΣΤ’).

Ασφαλώς και πολλοί άλλοι έγκριτοι ιστορικοί καταγράφουν τα ίδια τοπωνύμια στον Καύκασο. Ποιοι όμως προηγήθηκαν; Δηλαδή συνέβη κάποια μετακίνηση Ιλλυριών από την Ηπειρωτική Αλβανία προς τον Καύκασο; Μήπως αυτοί οι Πελασγοί σε ανάμνηση της αγαπημένης τους γης έδωσαν στο μέρος που εγκαταστάθηκαν τα εν λόγω τοπωνύμια; Ή μήπως συνέβη το αντίθετο; Εμείς πιστεύουμε την πρώτη εκδοχή. Για τη δεύτερη θεωρούμε ότι οι βάρβαροι λόγω του αμαξωβίωτου τρόπου τους, στερούμενοι μονίμου γης, δεν ήταν δυνατόν να κουβαλάνε μαζί τους πολιτικές αναμνήσεις. Ιστορικά, γλωσσολογικά, εθνολογικά αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι κάτοικοι της σημερινής Αλβανίας κατάγονται από τους Ιλλυριούς, στον ίδιο βαθμό που οι σημερινοί Έλληνες είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων.

Περί της αρχαιότητας αυτού του λαού, ο οποίος ανήκει στην “Ελληνική καψική” περιοχή, συμφωνούν άπαντες οι ιστορικοί “πλην Λακεδαιμονίων”. «Εάν αναλογίσηται τις την αρχαιότητα της φυλής ταύτης, ήτις προϋπήρξε πασών των άλλων της Ιλλυρικής χερσονήσου, πείθεται ότι η ένδοξος φάλαγξ του Αλεξάνδρου ήντλησε την πρωτίστην αυτής ισχύν εκ των ορεινών τούτων. Ούτοι εισίν ους οι ιστορικοί αναφέρουσι των αορίστω ονόματι Ηπειρώται. Ωσαύτως δ’ εσκεπτόμην ότι οι πατέρες τούτων, τινές (garnisaires) φρουροί, ους ο Αλέξανδρος ηδυνήθη ίσως αποσπάσαι του μικρού αυτού στρατεύματος, ώφειλον όπως επιτηρώσι διά της φρίκης του εαυτών ονόματος τας πολυκατοικήτους πόλεις της Ασσυρίας, της Περσίας, ας ο νέος νικητής τρέχων είχε κατακτήσει» (RenuedeDeuxMondes, Decembre 1878).

«Βαρβάρων τε αυ Θράκας και Παίονας και Ιλλυριούς και Αγριάνας τους ευρωστοτάτους τε των κατά την Ευρώπη και μαχιμωτάτους προς τα της Ασίας γένη αντιτάξεσθαι» (Αρριανός Ζ’, 5). Και εδώ βρίσκεται η θεία μυσταγωγία. Όταν ο θρυλικός στρατηλάτης πέρασε το μεγάλο φαράγγι του ορεινού όγκου που χωρίζει την Ασία και που αποτελεί τον μοναδικό διάδρομο εισόδου στην αχανή ανατολική Ασία – γι’ αυτό και “πύλη του Καυκάσου” ονομάζεται – τοποθέτησε εκεί ισχυρή φρουρά. «Ούτω δη τα της Ασίας ώδε έχει προς του Ταύρου και του Καυκάσου τέμνεσθαι απ’ ανέμου ζεφύρου ως επ’ απηλιώτην…» (Αρριανός Ε’, 25, 5). «Όταν έφτασε η άνοιξη, ο Αλέξανδρος [ροχώρησε προς την Ινδία, αφήνοντας πίσω τον Αμύντα με 3.500 ιππείς και 10.000 πεζούς» (Αρριανός Δ’, 22, 4). Αυτή η οπισθοφυλακή χωρίστηκε σε φυλές και κάθε φυλή ανέλαβε τη φύλαξη ενός συγκεκριμένου χώρου. Ο Κωνσταντινος Πορφυρογέννητος, πολύ πριν εμφανισθούν οι Αλβανοί στην Ελλάδα, σημειώνει: «Ίνα γίνηται σύνορον Φασιανής, ο ποταμός Ιέραξ, ήτοι ο Φάσις, και τα μεν αριστερά μέρη τα προ Ιλλυρίαν, κατέχωσιν οι Ίβηρες» (P.G.T. 113, Περί Ιβήρων). Εκεί, γύρω από αυτόν τον ποταμό, δημιούργησαν την πόλη τους, την οποία σε ανάμνηση του όρους Άρβανο, ονόμασαν Άρβανα και εξ αυτού ονομάσθηκαν και οι ίδιοι οι Αρβανίτες. Αυτή η επαρχία ακόμη και σήμερα ονομάζεται “Αλβανικές Πύλες”. «Επί δ’ αυτοίς Κάσπιοι άνδρες. Αλβανοί τ’ επί τήσιν Αρήιοι. Εκεί δε και το έθνος οι Αλβανοί πολεμικοί και ποιμενικοί…ω Κυκλώπειος φησίν, ο βίος τουτέστιν ευδαίμων και άπονος» (Διονύσιος “Οικουμένης Περιήγησις”, σελ. 180, στίχος 73).

Την αξία αυτών των ακριτών συνοριοφυλάκων αντελήφθη και ο στρατηγός Στηλίχων (415 μ.Χ.), ο οποίος ενίσχυσε αυτές τις φρουρές με αρκετούς Ιλλυριούς από την Αλβανία και εκχριστιανισθέντες Γότθους, για να τον μιμηθεί αργότερα ο Βελισσάριος. Το 698 ο Ιουστινιανός ο Ρινότμητος με σύμβαση που συνήψε με τον χαλίφη Αλβιμέλεχ απέσυρε όλους τους συνοριοφύλακες από τον Λίβανο έως την Αρμενία, με συνέπεια χιλιάδες μαχητές να επιστρέψουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους (P.G.T. 113, σελ. 212). Το Ιλλυρικό τμήμα επανήλθε στην Ήπειρο και την Άνω Μακεδονία εκχριστιανισμένο. Συνήθως αυτούς τους επαναπατρισθέντες τους λέμε “Αρβανίτες”. Τώρα, εάν αυτοί οι Αρβανίτες προέρχονται από την πόλη των Καυκασίων πυλών Άρβανα ή από το βουνό Άρβανον λίγο μας ενδιαφέρει, γιατί και οι μεν και οι δε είναι απόγονοι των Ιλλυριών. Αναλύοντας το τραγούδι των Ποντίων και Αλβανών Ακριτών “Της τρίχας το γεφύρι”, διαπιστώνουμε έκπληκτοι ότι είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό “Της Άρτας το Γεφύρι”.

«Ακεί πέραν σο Δρακολίμν ση Τρίχας το γεφύριν

Χίλιοι μαστόρ’ εδούλευαν και μύριοι μαθητάδες.

Όλεν τ’ ημέραν έχτιζαν, τη νύχταν εχαλάουτον.

Οι μάστοροι εχαίρουσαν, θε να πλεθύν η ρόγα

Οι μαθητάδες έκλαιγαν, τσι κουβαλεί λιθάρια».

Και ακολουθεί ο παγανιστικός μύθος της θυσίας της γυναίκας του πρωτομάστορα (Σ. Ευσταθίου, “Τα τραγούδια του Ποντιακού λαού”).

Αν και οι χώρες που ονομάζονταν “Αλβανία” ήταν τρεις, η Καυκασία, η Βαλκανική και η γηραιά Αλβιών, παρατηρούμε τους Αρβανίτες ή Αλβανούς να είναι διασκορπισμένοι στην Ελλάδα, στη Ν. Ιταλία και σε πολλές άλλες χώρες. Οι Αλβανοί ονομάζονται μεταξύ τους “Σκηπτάροι”, η δε χώρα τους “Σκηπερία” και το διαλεκτικό τους ιδίωμα “Σκηπ”. Στην αιολική διάλεκτο “σκήπος” και “σκήφος” σημαίνει ξίφος, “σκηπτός” σημαίνει κεραυνός και “σκηπ” αετός. Δεν πρόκειται για ποιητικούς συνειρμούς περί της δόξας του ονόματός τους, αλλά περί ελληνικής λατρείας. Στις ανασκαφές της Δωδώνης βρέθηκε ένα τεράστιο ξίφος που στη λάμα του είναι χαραγμένο το σύμβολο του Δία, ο κεραυνός, και στη λαβή είναι σκαλισμένος ο αετός. Αυτά τα παιδιά του Δία προτιμούν το σήμα της λατρείας τους στο όνομά τους, στη γλώσσα τους και στην πατρίδα τους παρά στον σταυρό.

Δύο ήταν οι κύριες φυλές των Αλβανών. Οι Γκέγκηδες, που υποδιαιρούνται σε Αλβανούς, Μαλισιόρους, Μυρδίτες, Καβάιας Γκέκας, Τιράνων Γκέκας, Ελβασάν Γκέκας και Αχρίδας Γκέκας. Η Γκεκαρία περιλαμβάνει την άνω Αλβανία έως την χώρα των Αρβανιτών της άνω Μοισίας. Και οι Τόσκηδες, οι οποίοι κατέχουν τη μέση Αλβανία, τη Μουζακία, την επαρχία του Βερατίου, την Τομαρίτσα έως την Πρεμέτη. Επίσης εκτός από αυτά τα δύο ιλλυρικά φύλα, υπάρχουν και αυτοί που ήλθαν από την Ιταλία επί Ρωμαιοκρατίας, οι Ιάπυδες ή Λιάπυδες, οι οποίοι «τη μεν επί τους Πανοννίους και τον Ίστρον καθήκοντες, τη δ’ επί τον Ανδρίαν αρειμάνιοι μεν εκπεπονημένοι δε υπό του σεβαστού Καίσαρος τελέως…λυπρά δε τα χωρία και ζεια και κέχρω τα πολλά τρεφομένων» (Στράβων Ζ’, 5). Η φυλή αυτή δηλαδή εγκαταστάθηκε στην αρχή στα βουνά των Άλπεων με εντολή του Καίσαρα, μεταξύ Ίστρου, Πανονίας και Αδριατικής. Είναι μίγμα λατινικό-σλαβικό-ιλλυρικό φύλο, σφόδρα ανθελληνικό. [Περέμβαση Μάριου Δημόπουλου: Ο αρθρογράφος του κειμένου αυτού Βασίλης Μισύρης έχει λάθος σχετικά με την καταγωγή των Λιάπηδων. Οι Λιάπηδες δεν ήρθαν από την Ιταλία. Οι Λιάπηδες κατοικούσαν στα βουνά της Πίνδου και κατάγονται από τους αρχαίους Λαπίθες ή Λάπιθες. Οι Λάπιθες ήταν ένα αρχαίο ελληνικό φύλο που κατοικούσε από την Πίνδο ώς τη Θεσσαλία. Οι Λάπιθες αναφέρονται από την ελληνική μυθολογία και τις παραδόσεις ως πολεμικός και ανδρείος λαός. Ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες των Αθηνών, ο Θησέας ήταν Λαπίθης, όπως και πολλοί άλλοι ήρωες της ελληνικής μυθολογίας].

Εντοπίζεται ακόμα ένα κομμάτι Αρβανιτόβλαχων, οι κατοικούντες περί τον Θύαμιν (Καλαμά) ποταμό. Η χώρα τους, η Θυαμουριά (Τσαμουριά) περιλαμβάνει τους Αλβανούς που διέμεναν γύρω από τον Καλαμά, τον Μαργαρίτη και την Παραμυθία.

Η Τσαμουριά αποτελεί μια άλλη “πονεμένη” ιστορία του “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών”. Παλαιά ήταν τόσο δυνατός ο δεσμός μας με τους Τσάμηδες, ώστε ο λεβέντικος χορός τους, ο Τσάμικος, να γίνει εθνικός χορός των Ελλήνων. Από κάποιο κακό χειρισμό της Εκκλησίας, όπως περιγράφει ο Περραιβός, οι Τσάμηδες ασπάσθηκαν το Ισλάμ, όπως συνέβη με τους Πομάκους της Θράκης. Το γεγονός αυτό δημιούργησε μια θρησκευτική αντιπαράθεση με την Εκκλησία, η οποία δεν μπορούσε να ανεχθεί στον ελλαδικό χώρο Έλληνες πολίτες Μουσουλμάνους. Κατά την ιταλική επίθεση του ’40, οι Τσάμηδες είναι αυτοί που συνεργάστηκαν με τον εχθρό, αμαυρώνοντας έτσι με τον πιο προδοτικό και ιταμό τρόπο την ένδοξη ιστορία των Ιλλυριών.

Ανάμεσα στις τόσες και τόσες μεταναστεύσεις διαφόρων βαρβαρικών φυλών, υπήρξε και μια άκρως ευεργετική για τον Ελληνισμό. Γύρω στα 1320, μια φυλή εύρωστη, απόγονος των “μενεπτολέμων Χαόνων και των προελλήνων Σελλών” ο “περί Δωδώνην οικοί έθεντο” κτυπημένη από την πείνα και τους εμφύλιους, διέσχισε τους Ζυγούς και τα φαράγγια της Πίνδου, για να φθάσει και να εγκατασταθεί στην εύφορη Φθία. Είναι ο λαός, με άπλυτα πόδια, που κοιμόταν κάτω στη γη και τον οποίο περιγράφει ο Όμηρος:

«Ζευ Άνα, Δωδωναίε Πελασγικέ, τηλόθι ναιών

Δωδώνης μεδέων δυσχειμέρου αμφί δε Σελλοί

Σοι ναίουσι υποφήται ανιπτόποδες Χαμανεύναι»

(Όμηρος, Ιλιάδα, Π’, 233-235).

Πρόκειται για τους Αλβανούς Σκιπετάριους, οι οποίοι εγκαταλείποντας τις φτωχικές τους εστίες εισέβαλαν στη θεσσαλική γη. [Περέμβαση Μάριου Δημόπουλου: Και εδώ ο Βασίλης Μισύρης κάνει λάθος. Οι Αλβανοί δεν κατέβηκαν από την Ήπειρο στη Θεσσαλία, αλλά ήρθαν στην Ήπειρο από βορειότερα και από την Ήπειρο μετακινήθηκαν στη Θεσσαλία. Οι πρώτοι Αλβανοί ήρθαν στην Ήπειρο τον 14ο αιώνα μ.Χ. ως μισθοφόροι του Στέφανου Δουσάν. Ο καθηγητής Κ. Άμαντος γράφει στο βιβλίο του «Οι βόρειοι γείτονες της Ελλάδας» (σελ. 141, 1923): «Κτήματα Ελλήνων διεμοιράσθησαν εις Αλβανούς πολεμιστάς του Δουσάν, τότε δε κατήλθε και ενισχύθη το πρώτον το Αλβανικόν στοιχείον και εν Ηπείρω» και «κατά τον δέκατον τέταρτον αιώνα εγκατεστάθησαν πολλοί Αλβανοί εις την Ήπειρον υπό του Στέφανου Δουσάν» (σελ. 159).  Το ίδιο αναφέρει και ο γνωστός Γεώργιος Νακρατζάς, ο οποίος δεν φημίζεται και τόσο για τις φιλελληνικές του απόψεις. Γράφει: «Οι Σέρβοι του Στέφανου Δουσάν κατέλυσαν την κυριαρχία του Ορσίνι στην Ήπειρο, δεσπότης της οποίας διορίστηκε ο Πρελιούμπος με έδρα τα Ιωάννινα. Οκτώ χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1356 πέθανε ο Στέφανος Δουσάν, γεγονός που είχε ως συνέπεια την έκρηξη επανάστασης στην Ήπειρο με σκοπό την επαναφορά του Οσρίνι στην εξουσία. Η επανάσταση αυτή αντιμετωπίστηκς από τον γιο του Πρελιούμπο, Θωμά Πρελιούμποβιτς, με τη βοήθεια των Αλβανών μισθοφόρων του…Οι σερβικές στρατιωτικές επιχειρήσεις της Ηπείρου τόσο το 1348 όσο και το 1358 στηρίχτηκαν στους πολυπληθείς Αλβανούς μισθοφόρους που έφερε μαζί του ο Στέφανος Δουσάν κατά την κάθοδό τους στην Ελλάδα. Μετά τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων, οι Σέρβοι επέτρεψαν στους Αλβανούς σαν ανταμοιβή των υπηρεσιών τους να εγκατασταθούν με τις οικογένειές τους τόσο στην Αιτωλοακαρνανία όσο και στην Αμβρακία της Ηπείρου, περιοχή που περιλαμβάνει τους σημερινούς νομούς Άρτας και Πρέβεζας» («Η στενή εθνολογική συγγένεια των σημερινών Ελλήνων, Βουλγάρων και Τούρκων. Ήπειρος-Νότια Ελλάδα», σελ. 20-21)].

Στην αρχή βέβαια με σκοπό τις δηώσεις και τις αρπαγές, και στη συνέχεια για μόνιμη εγκατάσταση, προκειμένου να επιλυθεί το έντονο δημογραφικό πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί στους Έλληνες εξ αιτίας των αλλεπάλληλων φραγκικών επιδρομών. Στη συνέχεια οι επήλυδες αυτοί μετανάστες διαπίστωσαν ότι επειδή πολλαπλασιάζονται ραγδαίως, η θεσσαλική γη αδυνατούσε να τους διαθρέψει. Έτσι ξεχύθηκαν προς τους νότιους έρημους τόπους, στα παράλια του Ευβοϊκού κόλπου στη Φθιώτιδα, τη Λοκρίδα, τη Βοιωτία, τις ακτές της Εύβοιας, της Άνδρου, της Πελοποννήσου και των Κυκλάδων. Καμμιά συμπλοκή, καμμιά μάχη και κανένας πόλεμος δεν αμαύρωσε αυτή την ειρηνική εγκατάσταση. Τα χωράφια έρημα και ακαλλιέργητα, τα σπίτια εγκαταλελειμμένα, ενώ ολόκληρα χωριά αντί για ανθρώπους στέγαζαν φαντάσματα και βρυκόλακες.

Κυρίως η Πελοπόννησος που διατηρούσε στην Λακεδαιμονία ένα κύτταρο του Ελληνισμού, τον Μυστρά, είχε μεγάλη ανάγκη εργατικών και πολεμικών χεριών. Τότε οι Ελευθερολάκωνες έστρεψαν τα μάτια τους προς την Αρβανιτιά. Στην περίφημη επιστολή του προς τον δεσπότη του Μυστρά Κων/νο Παλαιολόγο, ο Καρδινάλιος Βησσαρίων τονίζει: «Θα είναι μεγάλη η συμβολή στην ενίσχυση των δυνάμεών μας και στην αύξηση των μελλοντικών μας ελπίδων, εάν δεχθούμε τρέχοντας όσους εθελοντικά επιλέξουν να εγκατασταθούν στην Πελοπόννησο, έστω και αν προέρχονται από τόπους εκτός αυτής. Σε αυτούς πρέπει να χορηγήσουμε ιερό καταφύγιο ασυλίας και με νόμο πρέπει να σπεύσουμε να τους κρατήσουμε κοντά μας όχι σαν δούλους, αλλά με την δέσμευσή μας ότι θα εγκατασταθούν στην Πελοπόννησο, έχοντας τα ίδια δικαιώματα με τους Πελοποννησίους». Προφανώς, ακολουθώντας το πρόγραμμα του Βησαρίωνα, ο Κων/νος Παλαιολόγος, επικεφαλής 5.000 Αρβανιτών της φυλής του Πέτρου Μπούα του Χωλού και ενός τμήματος ηρώων Μανιατών, απελευθέρωσε τη Δυτική και Βόρεια Πελοπόννησο.

Με οδηγό τον Ουίλιαμ Μίλλερ (“Ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα”), ας παρακολουθήσουμε ένα μικρό τμήμα αυτής της θρυλικής αλβανικής καθόδου των μυρίων.

Έτος 1320 (τ. Α’, σελ. 354): «Πλην δε των ποικίλων τούτων μνηστήρων της κληρονομίας των Αγγέλων ενεφανίσθησαν τότε πρώτον εν τη πεδιάδι της Θεσσαλίας και μεγάλα πλήθη Αλβανών μεταναστών αποτελεσάντων το νέον και ακμαίον στοιχείον του πληθυσμού αυτής. Οι Αλβανοί εδήουν άπασαν την ύπαιθρον χώραν και επειδή έφερον μεθ’ εαυτών τας γυναίκας, ο αριθμός αυτών ηυξήθη ταχέως και ήρχισαν αντικαθιστώντες τους Βλάχους, οίτινες μέχρι εκείνου του χρόνου απετέλουν το μέγιστον πλήθος των κατοίκων της Θεσσαλίας. Διά τούτων δε Αλβανών συνεπλήρωσαν κατόπιν τα κενά του πληθυσμού της Αττικής και του Μορέως» (εκτός του Μίλλερ, βλ. και Νικηφόρος Γρηγοράς, τ. Α’, σελ. 279).

Έτος 1364 (τ. Α’, σελ. 439): «Αυτό εκείνο το έτος το επακολουθήσαν εις την υπό των ιπποτών απόκτησιν της ηγεμονίας, εις των δύο τούτων Αλβανών αρχηγών, ο Γκίνος, ήτοι Ιωάννης Μπούας Σπάτας, όστις είχεν ήδη καταλάβει τας κτήσεις του αντιπάλου οίκου Λιώσα εν Άρτη μετά τον εκ του λοιμού θάνατον του αρχηγού αυτού και είχεν ούτως ενώσει την Αιτωλίαν και την Ακαρνανίαν υπό των αρχών αυτού εκυρίευσε την Ναύπακτον, ούτω δε κατέστρεψε το τελευταίον λείψανον ανδηγανικής κυριαρχίας εν τη ηπειρωτική Ελλάδι».

Έτος 1364 (τ. Α’, σελ. 442) (κάστρο της Λειβαδιάς): «Το κάστρον τούτον απέκρουσε εφόδους των Ναβαραίων ένεκα των προσπαθειών ας κατέβαλεν ο γενικός επίτροπος και της παραχθείσης πολυτίμου βοηθείας υπό των Αλβανών, ουδ’ υπήρξε η τελευταία υπηρεσία ην το μάχιμον τούτο φύλον παρέσχε εις την Ελλάδα».

Έτος 1382 (τ. Α’, σελ. 449) (Πέτρος Δ’ βασιλεύς της Ισπανίας): «Τέλος δε χάριν πληρώσεως των κενών εν τω πληθυσμώ του δουκάτου, άτινα είχε επιφέρει η επιδρομή των Ναβαραίων, διέταξε ο Πέτρος τον γενικόν αυτού επίτροπον να χορηγήσει απαλλαγήν από των φόρων επί δύο έτη εις άπαντας τους Έλληνας και Αλβανούς τους θέλοντας να έλθωσι και εγκατασταθώσι εν αυτώ. Τοιαύτη υπήρξε η αρχή του Αλβανικού εκείνου εποικισμού της Αττικής και της Βοιωτίας ου σώζονται πλείστα όσα λείψανα εν τε τοις κατοίκοις και εν ταις γεωγραφικαίς τοπωνυμίαις μέχρι των καθ’ ημών χρόνων. Και δη ουκ ολίγα χωρία εν τοις περιχώροις των Αθηνών κατοικούνται ακόμη υπό Αλβανών, λαλούντων την τε αλβανικήν και την ελληνικήν, ονόματα δε οία τα των χωρίων Σπάτα, Λιόσα, Λιόπεσι, Μαλακάσα, Κορωπί κ.λπ. είναι αλβανικής καταγωγής».

Ο Σπ. Λάμπρος σε μια έρευνά του καταγράφει τα εξής τοπωνύμια στην Αττική: Λώσα, Σπάτα, Μπουγιάτ, Μαλακάσα, Μαζαράκ, Μάζι, Μιλέσι, Σάλεσι, Λιόπεσι, Τατόι, Γκράβα, Λόχα, Θράσιζα, Πύριζα, Κόπριζα, Δρέζα, Κάντζα, Ξυλοκέριζα, Βελανιδέλα, Μπιθίμι, Κιούρκα, Μύρρεντα, Κίτσι, Μενίδι, Σούλι, Χασιά. Περί αυτών δε λέγει: «Όλα αυτά τα τοπωνύμια αποδείχθηκαν Αλβανικά και επεβλήθησαν στην Αττική από τους μεγάλους Αλβανικούς οίκους του Λιώσα, του Σπάτα και του Μπούα και των ισχυροτάτων γενών των Μαλακασαίων και Μαζαρακαίων. Τα τοπικά ονόματα αποκαλύπτουσι πολλάκις λανθάνουσαν ιστορίαν. Είναι οιωνεί τα περισωζόμενα τόξα κατεστραμμένης γέφυρας, ήτις μετάγει από του παρόντος εις το παρελθόν» (Σπ. Λάμπρος, Επετηρίς Παρνασσού”, τ. Α’ 1896, σελ. 156).

Έτος 1390 (τόμ. Β’, σελ. 49): «Τέλος δ’ εις τινας Αλβανούς ή άλλους εφίππους θέλοντας να μεταναστεύσωσιν εις την Εύβοιαν, εδόθησαν πλήρεις ελευθερίαι και παραχωρήσεις αγεωργήτων αγρών επί τω όρω ότι έμελλον να φέρωσι και να διατηρήσωσιν ίππους χάριν αμύνης της νήσου. Αλβανοί δ’ εκλήθησαν να εγκατασταθώσιν και εν Άργει…».

Έτος 1413 (τόμ. Β’, σελ. 373): «Χάριν δε επανορθώσεως των ζημιών, ας είχον προξενήσει αι επιδρομαί των Τούρκων, τινές των δυναστών των νήσων προέβησαν εν τούτω τω χρόνω εις μέτρα περί αποικισμού των ηρημωμένων αυτών κτήσεων. Ούτω δη ο Μάρκος Κρίσπος εποίκισε την Ίον δι’ Αλβανών εκ της Πελοποννήσου…».

Το 1463, εξ αιτίας μιας στάσεως των Πελοποννησίων, ο Πασάς Ισάν, επικεφαλής ισχυρών δυνάμεων, εισέβαλε στην Πελοπόννησο, έγινε κύριος του Άργους και πολιόρκησε το Ναύπλιο. Οι Βενετοί μπροστά στην απώλεια αυτής της στρατηγικής θέσης ζήτησαν βοήθεια από τους Έλληνες και Αλβανούς. Οι Βενετοί, με επικεφαλής τον διάσημο Λακεδαίμονα Αλβανό Μιχαήλ Ράλλη και τον Αρκάδα Αλβανό Πέτρο Μπούα (εγγονό του γενάρχη Πέτρου Μπούα) του Χωλού, αντεπετέθησαν. Ο Ράλλης (Ραλ = σπανός) εγκαταληφθείς από τους Βενετούς, οι οποίοι οπισθοχώρησαν ατάκτως, συνελήφθη και σιδηροδέσμιος οδηγήθηκε στην Κόρινθο, όπου πανηγυρικώς ανεσκολοπίσθη. Είναι ο πρώτος Έλληνας εθνομάρτυρας μετά την Άλωση.

Η λέξη “Έλληνας” σε καμμιά περίπτωση δεν αναιρεί την αλβανική καταγωγή του Ράλλη (Ραλ = σπανός), όπως και τ’ ανάπαλιν η λέξη “Αλβανός” ή “Αρβανίτης” δεν αναιρεί τον Ελληνισμό του. Οι Αλβανοί Χριστιανοί ονομάσθηκαν με τα δεδομένα της εποχής “Έλληνες”, ενώ οι εξισλαμισθέντες “Τουρκαλβανοί”. Οι πρώτοι ακολούθησαν τη μοίρα των Ελλήνων, οι δεύτεροι των Τούρκων. Δύο χιλιάδες χρόνια ιστορίας Ρωμαίων, Βυζαντινών, Φράγκων και Σλάβων επιβητόρων θεωρούμε ότι δεν μας άλλαξαν τις εθνικές μας ρίζες, «όπως η γλώσσα και η παιδεία μας καταδεικνύει».

Αλλά ας επανέλθουμε στο θέμα μας. Οι εκτός των τειχών του Ναυπλίου Αλβανοί, για να ξεφύγουν από τους Τούρκους, πέρασαν το Αραχναίο όρος και ξεχύθηκαν στην παραλία της Ερμιονίδας και Τροιζηνίας και από εκεί με βενετικά πλοία διεκπεραιώθηκαν στα σχεδόν ακατοίκητα νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Πόρο. Ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό Αλβανών εστάλη στη Δύση ως μισθοφόροι των βιασιλιάδων της Νεάπολης και όχι μόνον. Πρόκειται για τους θρυλικούς “Έλληνες Στρατιώτες”. Ένα άλλο κομμάτι από αυτούς, υπό την αρχηγία του Ηπειρώτη Κροκόδειλου Κλαδά, συνέχισε την επανάσταση, απελευθερώνοντας τον βραχίονα της Μονεμβασιάς. Και αυτός ο ήρωας παρεδόθη στους Τούρκους και στους Βενετούς, μετήχθη στην Κωνσταντινούπολη, όπου εγδάρη ζωντανός. Το 1571 στην περίφημη ναυμαχία της Ναυπάκτου, σύμφωνα με τον στόλαρχο Βενιέρη, διέπρεψαν οι ώρες Κρητικοί Καλλέργης και Θεοτοκόπουλος (αδελφός του Ελ Γκρέκο), ο Ισπανός Θερβάντες, οι Λευκαδίτες αδελφοί Φωτεινοί, οι οποίοι εσφάγησαν και οι πέντε, ο Κερκυραίος Κοντοκάλης και οι Ελληνοαλβανοί Μανώλης Πλέσης και Μπούα.

Οι Αλβανοί που έφθασαν στην Ελλάδα κατά δεκάδες χιλιάδες, άνοιξαν τις φλέβες τους και αιματοδότησαν τον εθνικό κορμό μας. Παρά το γεγονός ότι οι Αλβανοί επήλυδες σε πολλές περιοχές υπερτερούσαν αριθμητικώς των ντόπιων, εν τούτοις όχι μόνο δεν επηρέασαν τον Ελληνισμό, αλλά αντιθέτως εξελινήσθησαν οι ίδιοι: Λασκαρίνα (γυναίκα του Μπούμπουλη), Μιαούλης, Κουντουριώτης, Κωνσταντής Κανάρης (γιος του Βορειοηπειρώτη Μικέ Καναριού), Μάρκος Μπότσαρης, Δέσπω Μπότσαρη, Κίτσος Τζαβέλλας, Ραζής Κώτσικας, Ζαμπαρδούνας, Μελέτης Βασιλείου (απελευθέρωσε την Αθήνα). Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος από την φάρα των Μπερουσίδων (από το Μπεράτι). Σε αυτόν τον κλάδο ανήκουν και ο Κολαντρούτσος (πλοίαρχος από την Ύδρα), Κυριάκος Ανδρούτσος (πλοίαρχος από τις Σπέτσες) και Ανδρέας Ανδρούτσος Μπερούκης (οπλαρχηγός και πλοίαρχος του Λάμπρου Κατσώνη), πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούσου. Όλοι αυτοί οι ήρωες Έλληνες, Αλβανοί τέταρτης γενιάς, πολέμησαν ασυμβίβαστα, αλλά και ταπεινά, υπήρξαν συμπολεμιστές των Μαυρομιχαλαίων, των Κολοκοτρωναίων και άλλων γηγενών ηρώων. Δεν ζήτησαν τίποτα, δεν απαίτησαν τίποτα. Το μόνο που ήθελαν, ήταν να είναι Έλληνες. Τώρα, αν μερικοί Έλληνες του γλυκού νερού καμαρώνουν για την ελληνικότητα του Μπάυρον, του Μάγιερ, του Κόχραν, του Δεριγνύ, του Χέυδεν, του Κόδριγκτων, ας μας επιτραπεί και σε εμάς να σεμνυνόμεθα εκτός αυτών και για τους Ελληνοαλβανούς ήρωες προγόνους μας.

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας υπήρξαν και πολλοί Έλληνες εξωμότες. Από αυτή την περίπτωση δεν ξέφυγαν και οι Αλβανοί. Αξιομνημόνευτη μάλιστα είναι η βοήθεια που προσέφεραν στους Τούρκους, 100.000 μουσουλμάνοι Αλβανοί, οι οποίοι υπό το πρόσχημα της καταστολής των επεισοδίων στα περίφημα Ορλωφικά το 1770, κυριολεκτικά καταμάτωσαν και καταλήστεψαν την Πελοπόννησο, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο έργο “Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα” του Κων/νου Σάθα. Εξοντώθηκαν τελικά από τον αρχιναύαραχο Τζεζαερλή Γαζί Χασάν και τον Κωνσταντή Κολοκοτρώνη περί το 1779. Οι μουσουλμάνοι Λαλαίοι, ο Νενέκος και αρκετοί άλλοι, συμπεριλαμβάνονται σε αυτούς που η Δέσπω Μπότσαρη ονομάζει “Χρωμότουρκους και παλιοαρβανίτες”.

Προκειμένου να αντιμετωπισθεί αυτή η κατάσταση και οι επικίνδυνοι πολεμιστές να γίνουν σύμμαχοι, «εκ διαφόρων πηγών εγένοντο γνωσταί αι μεταξύ Ελλήνων Αρματολών και Τουρκαλβανών διεξαχθείσαι διαπραγματεύσεις…υπό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ως αντιπροσώπου των Ελλήνων Αρματωλών και του εκ Λάλα Τουρκαλβανού φυλάρχου Αλή Φαρμάκη, στενώτατα σενδεομένου μετά του ημετέρου ήρωος δι’ αρχαίων οικογενειακών δεσμών». Η γυναίκα του παππού του Θ. Κολοκοτρώνη, του Δημητράκη Μπιθογκούρα, ήταν Αρβανίτισσα. Το σχέδιο της συνθήκης αφηγείται ο ίδιος ο ήρωας: «Διά τρεις ημέρας και νύχτας  εγώ (δηλαδή ο Θ. Κολοκοτρώνης) ο Αλή Φαρμάκης και ο Δουζελίντ (διοικητής της Κέρκυρας) με ένα γραμματέα εκάμαμεν…ήταν όλα τα κάστρα της Μεσσηνίας, της Πάτρας, της Μονεμβασίας, άμα βγούμε να κηρυχθούνε υπέρ ημών και έλθουν όλοι οι Τουρκαλβανοί και Ρωμαίοι, οι σημαντικοί, εις την Ζάκυνθον να κάμωμεν μίαν κυβέρνησιν από 12 Τουρκαλβανούς και 12 Έλληνες να κυβερνούν τον λαόν. Οι Τουρκαλβανοί επίσης να καταδικάζονται, καθώς και οι Έλληνες…στη σημαία μας από το ένα μέρος το Φεγγάρι και από το άλλο τον Σταυρό…» (Θ. Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα).

«Προς ενίσχυση της συμφωνίας η “Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος”, “Ο πρόεδρος του εκτελεστικού”. Επειδή η Αλβανία είναι μέγα και ουσιώδες μέρος και η ένωσή της με την επικράτειαν της Ελλάδος ημπορεί να φέρη τα πλέον καλά αποτελέσματα. Επειδή το κοινόν του Σουλίου και διά την πλησιότητα και διά τας σχέσεις τας οποίας έχει μετά των Αλβανών είναι το αρμοδιώτερον μέσον διά να συνδεθώσι συμφωνίαι μετά των Αλβανών. Κατά την ιβ’ Μαΐου υπ’ αρ. 107 έγγραφον συγκατάθεσιν του Βουλευτικού Σώματος, διέταξε και διατάσσει τα ακόλουθα: α) Το κοινόν του Σουλίου έχει την άδεια να πραγματευθή συμφωνίας όσον είναι δυνατόν ωφελιμωτέρας μετά των Αλβανών Χριστιανών και των Μουσουλμάνων, β) Αι συμφωνίαι αύται δεν θέλουν διαλαμβάνει περισσότερα προνόμια, αλλ’ όσα έχουν οι ίδιοι οι Σουλιώται…

Εν Κορίνθω τη ιβ’ Μαΐου αωκβ’

Αλ. Μαυροκορδάτου πρόεδρος

Αθαν. Κανακάρης

Αναγν. Παπαγιαννόπουλος

Ιωαν. Λογοθέτης

Ο αρχιγραμματέας της επικρατείας Μινίστρος Εσωτερικών Θ. ΝΕΓΡΗΣ».

(Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, Ανθολόγιο-Βουλή των Ελλήνων 2002, σελ. 95).

Και τα χρόνια πέρασαν και ήρθε η λευτεριά, ήρθε η ανεξαρτησία. Για την Αλβανία, η δουλεία συνεχίστηκε έως το 1913, όπου με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου για πρώτη φορά στην Ιστορία της αποκτά την υπόσταση κράτους. Γενικά έως το 1939 οι σχέσεις Ελλάδας και Αλβανίας θεωρούνται τουλάχιστον ανεκτές.

Την 7ην Απριλίου του 1939 η Αλβανία καταλαμβάνεται από τους Ιταλούς και κατά τη συνήθεια του Άξονα διορίζεται φιλοϊταλική κυβέρνηση. Η Αλβανία αποχωρεί από την “Κοινωνία των Εθνών” και μαζί με την Αβυσσηνία θεωρείται ιταλική αποικία. Οι Γκέκες Μουσουλμάνοι και οι Ρωμαιοκαθολικοί του Βορρά δημιουργούν το εθνικιστικό κόμμα των Μπάλλι Κοπτάρ και προβάλλουν τις αξιώσεις τους πάνω στην Τσαμουριά. Συγχρόνως δύο τάγματα στρατιωτών εντάσσονται στη μεραρχία Τζούλια και λαμβάνουν μέρος στην επίθεση εναντίον της Ελλάδος. Ο υποστράτηγος Χαρ. Κατσιμήτρος από πληροφορίες που του μεταβιβάζουν Αλβανοί αυτόμολοι, σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Δύο Αλβανικά τάγματα, του Γκράμα και το Τρίνος, μια Αλβανική πυροβολαρχία, η Ντάιτι, συμμετείχαν στον πόλεμον».

Πέραν των κραυγών και των όψιμων διαμαρτυριών, τι ρόλο έπαιξαν αυτοί οι Αλβανοί στην έκβαση του πολέμου; Οπωσδήποτε ο ρόλος των Τσάμηδων ήταν ασυζητητί προδοτικός, άνευ ουδενός δικαιολογητικού. Ακόμη αρκετοί Αλβανοί έλαβαν μέρος σε μικρής σημασίας μάχες. Στις 12 Νοεμβρίου ένα μέρος του Αλβανικού Στρατού μαζί με τους αξιωματικούς του αυτομόλησε στις ελληνικές γραμμές. Στις πρώτες ημέρες της επίθεσης, μια ομάδα Αλβανών εθνικιστών, με επικεφαλής τον Διαμαντή, έφθασαν στην Κόνιτσα, για να υποσχεθούν στους Κουτσόβλαχους τη δημιουργία του πριγκιπάτου της Πίνδου. Στις 22/11, όταν έσπασε το μέτωπο εναντίον των Ιταλών, ο Μουσολίνι απαντά σε επιστολή του Χίτλερ ως εξής: «Η αποτυχία των Ιταλών οφείλεται στη λιποταξία των αλβανικών δυνάμεων, οι οποίοι στασίασαν κατά των Ιταλών» (Στρατιωτική Ιστορία, Χαρ. Νικολάου, Ταξίαρχος, εκδόσεις Περισκόπιο). Οι Αλβανοί ιστορικοί Σ. Πόλο και Δ. Πούτο ισχυρίζονται ότι τα δύο αλβανικά τάγματα στάλθηκαν με τη βία στον πόλεμο και ότι αρνήθηκαν να πολεμήσουν. Ο Κατσιμήτρος όμως παρουσιάζει στοιχεία από τα οποία καταδεικνύεται ότι ομάδες Αλβανών εθνικιστών και συμμορίες ληστών πολέμησαν με φανατισμό στο πλευρό των Ιταλών. Όπως και να έχει το ζήτημα, στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο η επίσημη Αλβανία υπήρξε σύμμαχος των Ιταλών.

Την κατοχή των δυνάμεων του Άξονα διεδέχθη ο εμφύλιος. Μία σύγκρουση αγριότερη και φονικότερη από αυτήν με τους Ιταλούς, Γερμανούς και Βούλγαρους, συμπεριλαμβανομένης και της πείνας. Οι εκτός των ελληνικών συνόρων γείτονες και φίλοι, παρακολουθούσαν απαθείς την αλληλοσφαγή. Για να αντιληφθεί κανείς το δράμα του ελληνικού λαού, αρκεί να κοιτάξει τα “Αρχεία του εμφυλίου πολέμου” (εκδ. Διευθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήναι, 1998). Ο πίνακας αφορά και τις δύο πλευρές:

- Από το 1943 έως 3 Δεκεμβρίου 1944: νεκροί 21.000

- Από 3 Δεκεμβρίου 1944 έως 12 Ιανουαρίου 1945: νεκροί 44.000 

- Από 31 Μαρτίου 1946 έως το 1950: νεκροί 50.000.

Μπροστά σε αυτή τη συμφορά, η μοναδική χώρα που περιέθαλψε με τον πιο στοργικό τρόπο τους ηττημένους ήταν η Αλβανία. Υποδέχθηκε και φιλοξένησε 20.000 μαχητές, 5.000 τραυματίες, 28.000 παιδιά και περίπου 40.000 αμάχους “αριστερούς” και από τα δύο φύλα.

Τώρα γιατί τα γράφουμε αυτά; Γιατί στις μέρες μας, στην εποχή της εισόδου της Ελλάδος στην ευημερούσα Ευρωπαϊκή Ένωση, οι γείτονές μας Αλβανοί, κτυπημένοι από την πείνα και τον εμφύλιο, “πήδηξαν” τα σύνορα και κατέβηκαν στον τόπο μας, για να βρουν ένα κομμάτι ψωμί. Τώρα, αν ανάμεσα σε αυτούς τους τίμιους οικογενειάρχες υπάρχουν και κακοποιά στοιχεία, αυτό είναι φαινόμενο που παρατηρείται σε όλες τις μεταναστεύσεις. «Το 1899, 12.580 λησταί ελυμαίνοντο την Ελλάδα», επισημαίνει ο Ασπρέας, «την κατάστασιν ταύτην η κυβέρνησις Θεοτόκη αντιμετώπισεν επιτυχώς..υποβοηθών την μετανάστευσή τους εις ΗΠΑ» (Εγκ. Πάπυρος Λαρούς, τόμ. 9, σελ. 393).

Χωρίς να παραγνωρίζουμε στο ελάχιστο τους διωγμούς και τους εξευτελισμούς που υπέστησαν και υφίστανται δυστυχώς ακόμα τα αδέρφια μας, οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου, από τους εθνικιστικούς κύκλους του αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού, πρέπει ωστόσο να διαχωρίσουμε τον απλό λαό, αυτόν που το ίδιο προγονικό πελασγικό αίμα κυλά στις φλέβες του με εμάς, από τα διάφορα συμφέροντα που αντιστέκονται πεισματικά στην ενοποίηση του αρχέγονου πελασγικού κορμού. Ας είναι το όνειρο του Ρήγα Φεραίου ζωντανό στη μνήμη μας. Ας καταλάβουμε επιτέλους την τρομακτική δύναμη του οράματός του, ιδιαίτερα τώρα που τα Βαλκάνια βρίσκονται προ των πυλών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, η χώρα μας μπορεί να έχει ιδιαίτερο ρόλο στο οικονομικό και πολιτισμικό σκέλος της ένταξης των βαλκανικών χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

                                                      ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

«Ιλλυριός: Μυθικός ήρως, επώνυμος της φυλής των Ιλλυριών. Εγεννήθη κατά την Ελληνικήν μυθολογίαν εκ του Κάδμου και της Αρμονίας, όταν ούτοι, διωκόμενοι υπό της τύχης, έφυγον εκ των Θηβών, κατευθυνόμενοι εις τα βόρεια σύνορα της Μακεδονίας. Η μήτηρ του, καταληφθείσα καθ’ οδόν υπό των ωδινών του τοκετού, τον εγέννησεν παρά την όχθην του ποταμού Ιλλυρικού. Καθυπέταξεν άπασαν την προς βορράν της Μακεδονίας χώραν, την οποίαν ωνόμασε εκ του ονόματος Ιλλυρίαν».   

Add comment


Security code
Refresh

Comments  

 
0 #1 Tammi 2016-03-02 00:44
excellent points altogether, you simply received a brsnd new reader.
What mayy you recommend in regards to your post that
you just mad a feew days ago? Any positive?



Check out my blog post; http://www.best-cover-songs.com/tag/eternal-frost/: http://www.best-cover-songs.com/tag/eternal-frost/
Quote
 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Thursday the 30th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS